ουρολογος ογκολογος

2108943251 & 6976263528

Ογκολογική ουρολογία

Τι σας ενδιαφέρει;

Καρκίνος Προστάτη

Ο καρκίνος του προστάτη είναι ένα από τα πιο σημαντικά ιατρικά προβλήματα για τον άντρα. Αντιπροσωπεύει τον πιο συχνό συμπαγή όγκο και την δεύτερη αιτία θανάτου από καρκίνο για τον άντρα. Κύριοι παράγοντες κινδύνου είναι η ηλικία, η φυλή και η κληρονομικότητα. Εάν κάποιος έχει συγγενή πρώτου βαθμού με καρκίνο προστάτη, ο κίνδυνος να εμφανίσει και ο ίδιος διπλασιάζεται.

Διάγνωση καρκίνου προστάτη.

Ο προληπτικός έλεγχος για τον καρκίνο προστάτη γίνεται με την δακτυλική εξέταση του προστάτη και την μέτρηση του PSA στο αίμα. Η σύσταση είναι να γίνεται μία πρώτη μέτρηση PSA στην ηλικία των σαράντα ετών. Εάν η μέτρηση είναι κάτω από 1ng/ml, είναι αρκετός ο έλεγχος κάθε οκτώ χρόνια. Σε ηλικία άνω των 75 ετών δεν έχει νόημα να γίνεται προληπτικός έλεγχος. Εφόσον υπάρχουν υψηλά επίπεδα PSA και ύποπτα ευρήματα στην δακτυλική εξέταση, η τελική διάγνωση γίνεται με βιοψία του προστάτη υπό την καθοδήγηση διορθικού υπερήχου. Εάν η βιοψία είναι θετική, θα χρειαστούν συμπληρωματικές εξετάσεις για τη σταδιοποίηση της νόσου, όπως αξονική ή μαγνητική τομογραφία και πιθανώς σπινθηρογράφημα οστών.

Θεραπεία καρκίνου προστάτη.

Το ιατρικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση του τοπικά περιορισμένου καρκίνου προστάτη περιλαμβάνει την ριζική προστατεκτομή, την εξωτερική ακτινοβολία και την βραχυθεραπεία. Κάθε θεραπεία έχει υπέρ και κατά, και η τελική απόφαση παίρνεται σε συνεννόηση με τον ασθενή. Σε περίπτωση μεταστατικής νόσου, συνήθως γίνετε ορμονική αντιμετώπιση, είτε με φάρμακα ή με ορχεκτομή . Υπάρχει επίσης η δυνατότητα απλής παρακολούθησης και παρέμβασης σε δεύτερο χρόνο εάν ο όγκος κρίνεται κλινικά μη σημαντικός ή εάν υπάρχουν σοβαρές συνυπάρχουσες παθήσεις και πάντοτε εφόσον ο ασθενής το επιθυμεί. Στην περίπτωση μεταστατικού όγκου, ο οποίος δεν ανταποκρίνεται σε ορμονικούς χειρισμούς, η σύσταση είναι για χημειοθεραπεία. Αυτοί οι ασθενείς παρακολουθούνται από ογκολόγο, σε στενή συνεργασία με τον ουρολόγο.

Καρκίνος ουροδόχου κύστης.

Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης είναι η πιο συχνή κακοήθεια του ουροποιητικού συστήματος. Όταν γίνεται η διάγνωση το 75% των ασθενών έχει επιφανειακό όγκο, ενώ στους υπόλοιπους έχει ήδη διεισδύσει στο μυϊκό τοίχωμα της κύστης. Κυριότεροι παράγοντες κινδύνου είναι το κάπνισμα και η επαγγελματική έκθεση σε αρωματικές αμίνες, πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες και χλωριωμένους υδρογονάνθρακες.

Διάγνωση καρκίνου κύστης

Το πιο συνηθισμένο σύμπτωμα είναι η παρουσία αίματος στα ούρα. Μικροί όγκοι δεν δίνουν πόνο ή δυσκολία στην ούρηση. Μερικές φορές παρουσιάζεται επιτακτική ούρηση. Η διάγνωση γίνεται κυρίως με το υπερηχογράφημα της ουροδόχου κύστης, την κυτταρολογική εξέταση των ούρων και την κυστεοσκόπηση. Χρήσιμες εξετάσεις μπορεί να είναι η ενδοφλέβια πυελογραφία και η αξονική τομογραφία.

Θεραπεία καρκίνου κύστης.

Ο επιφανειακός όγκος της κύστης μπορεί να θεραπευτεί με διουρηθρική εκτομή. Αρκετές φορές χρειάζεται επαναληπτική επέμβαση. Οι επιφανειακοί όγκοι της κύστης έχουν πιθανότητα υποτροπής 15 με 60% τον πρώτο χρόνο και 30 με 80% μέσα στην 5ετία. Επίσης υπάρχει πιθανότητα έως 17% τον πρώτο χρόνο και έως 45% στην 5ετία, ο όγκος να διεισδύσει στο μυϊκό τοίχωμα της κύστης. Για το λόγο αυτό χρειάζεται τακτική παρακολούθηση με κυστεοσκοπήσεις και πιθανώς συμπληρωματική θεραπεία με ενδοκυστικές εγχύσεις. Εάν ο όγκος έχει ήδη διεισδύσει στο μυϊκό τοίχωμα της κύστης, η νόσος είναι σοβαρή, με υψηλή θνητότητα και χρειάζεται άμεση επέμβαση. Εάν δεν υπάρχουν μεταστάσεις, η θεραπεία εκλογής είναι η ριζική κυστεκτομή με εκτροπή των ούρων. Μπορεί επίσης να χρειαστεί χημειοθεραπεία πριν την επέμβαση.

Καρκίνος Νεφρού.

Παράγοντες κινδύνου για τον καρκίνο του νεφρού είναι το κάπνισμα, η παχυσαρκία και η υπέρταση.

Διάγνωση καρκίνου νεφρού .

Η διάγνωση του νεφρικού καρκίνου γίνεται συνήθως τυχαία στα πλαίσια ελέγχου για άλλη αιτία. Η κλασική τριάδα συμπτωμάτων (οσφυϊκός πόνος, αιματουρία, ψηλαφητή μάζα στην κοιλιά)εμφανίζεται σπάνια πλέον. Στο ένα τρίτο των περιπτώσεων, οι ασθενείς εμφανίζουν κάποιο παρανεοπλαστικό σύνδρομο. Η διάγνωση του όγκου του νεφρού γίνεται με τη χρήση υπερήχων, αξονικής ή μαγνητικής τομογραφίας. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί να γίνει βιοψία του νεφρού.

Θεραπεία καρκίνου νεφρού.

Η θεραπεία του νεφρικού καρκίνου είναι χειρουργική. Συνήθως γίνεται ριζική νεφρεκτομή (ανοικτή ή λαπαροσκοπική), ενώ στην περίπτωση μικρών όγκων ,περιορισμένων στο νεφρό, μπορεί να γίνει μερική νεφρεκτομή εάν αυτό είναι τεχνικά εφικτό. Στην περίπτωση πολύ μικρών όγκων ή όταν συνυπάρχουν σοβαρές παθήσεις, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές, όπως η κρυοθεραπεία ή να τεθεί ο ασθενής σε παρακολούθηση χωρίς κάποια επέμβαση. Στην περίπτωση μεταστατικής νόσου, χρειάζεται συνδυασμός χειρουργικής και φαρμακευτικής αντιμετώπισης. Γίνεται εξατομικευμένος σχεδιασμός της θεραπείας υπό την στενή συνεργασία ουρολόγου και ογκολόγου..

Καρκίνος Όρχεος.

Ο καρκίνος του όρχεως προσβάλει άντρες σε νεαρή σχετικά ηλικία. Συχνά είναι μεταστατικός, ευτυχώς όμως οι υπάρχουσες θεραπείες έχουν καλά αποτελέσματα, προσφέροντας μερικά από τα καλύτερα ποσοστά επιβίωσης στην ουρολογική ογκολογία. Παράγοντες κινδύνου είναι η κρυψορχία, το σύνδρομο Klinefelter και η κληρονομικότητα. Συνήθως εμφανίζεται ως ανώδυνη, μονόπλευρη μάζα στο όσχεο. Στο ένα πέμπτο των περιπτώσεων συνυπάρχει πόνος, ενώ σπανιότερα είναι συμπτώματα όπως γυναικομαστία ή εικόνα ορχεοεπιδιδυμίτιδας.

Διάγνωση καρκίνου όρχεως.

Η διάγνωση του καρκίνου του όρχεως γίνεται εύκολα με το υπερηχογράφημα οσχέου. Υπάρχουν επίσης καρκινικοί δείκτες που βοηθούν στη διάγνωση και σταδιοποίηση της νόσου. Αυτοί είναι η β-χοριακή γοναδοτροπίνη(β-HCG), η α-φετοπρωτεΐνη (β-FP) και η γαλακτική δεϋδρογονάση(LDH).

Θεραπεία καρκίνου όρχεως.

Κάθε ασθενής με υποψία καρκίνου του όρχεως, πρέπει να υποβληθεί σε ριζική ορχεκτομή με βουβωνική προσπέλαση και το παρασκεύασμα να σταλεί για ιστολογική εξέταση. Εάν υπάρχουν αμφιβολίες, μπορεί διεγχειρητικά να γίνει βιοψία πριν την αφαίρεση του όρχεως. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να γίνει μερική ορχεκτομή. Στη θέση του όρχεως που έχει αφαιρεθεί, μπορεί να τοποθετηθεί ορχικό πρόθεμα σιλικόνης. Αν έχει γίνει αμφωτερόπλευρη ορχεκτομή, ο ασθενής θα χρειαστεί θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης για την υπόλοιπη ζωή του. Η τελική σταδιοποίηση της νόσου γίνεται με βάση την ιστολογική εξέταση, την μεταβολή των καρκινικών δεικτών και τον απεικονιστικό έλεγχο για λεμφαδενικές ή άλλες μεταστάσεις (αξονική τομογραφία κοιλίας και θώρακος). Εάν υπάρχουν συγκεκριμένα συμπτώματα, μπορεί να χρειαστεί αξονική εγκεφάλου ή σπινθηρογράφημα οστών. Ανάλογα με τα ευρήματα αυτά, ο ασθενής θα χρειαστεί απλή παρακολούθηση, χημειοθεραπεία ή οπισθοπεριτοναϊκό λεμφαδενικό καθαρισμό. Στον οπισθοπεριτοναϊκό λεμφαδενικό καθαρισμό, γίνεται αφαίρεση του λεμφαδενικού ιστού που βρίσκεται εμπρός και πίσω από την κάτω κοίλη φλέβα και την αορτή καθώς και των κοινών και έξω λαγόνιων λεμφαδένων. Να σημειώσουμε ξανά πως η πρόγνωση του καρκίνου του όρχεως είναι εξαιρετική στην πλειονότητα των περιπτώσεων

Καρκίνος Πέους.

Ο καρκίνος του πέους είναι σπάνιος στην Ευρώπη. Καθώς όμως έχει σοβαρή νοσηρότητα και επιβαρύνει σημαντικά την σωματική και ψυχική υγεία του άντρα, καμία βλάβη του πέους δεν πρέπει να αμελείται ή να παραβλέπεται. Στους παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνονται η φίμωση, οι χρόνιες φλεγμονές της βαλάνου, το κάπνισμα και ή λοίμωξη από τον ιό των ανθρώπινων κονδυλωμάτων (HPV). Ο έμπειρος γιατρός κάνει σχετικά εύκολα την διάγνωση με την κλινική εξέταση. Σημαντικό είναι να ελέγχεται η βουβωνική χώρα για τυχών λεμφαδενικές μεταστάσεις. Μερικές φορές μπορεί να χρειαστεί βιοψία της βλάβης.

Θεραπεία

Η αντιμετώπιση εξαρτάται από το στάδιο της νόσου. Επιφανειακοί όγκοι μπορούν να αντιμετωπιστούν με χρήση αλοιφών ή laser, χρειάζεται όμως προσεκτική παρακολούθηση γιατί το ποσοστό υποτροπών είναι υψηλό. Όγκοι περιορισμένοι στην βάλανο μπορούν να υποβληθούν σε μερική ή ολική βαλανεκτομή και πλαστική αποκατάσταση. Πιο εκτεταμένοι όγκοι θα χρειαστούν μερική ή ριζική πεεκτομή. Στην τελευταία περίπτωση γίνεται περινεϊκή ουρηθροστομία. Η πιο συχνή και με τις περισσότερες επιπλοκές μετάσταση του καρκίνου πέους, είναι στους βουβωνικούς λεμφαδένες. Ασθενείς σταδίου Τ1G2 και άνω, έχουν σημαντική πιθανότητα λεμφαδενικών μεταστάσεων, ακόμα και αν δεν είναι κλινικά ή απεικονιστικά εμφανείς. Σε αυτή την περίπτωση, υπάρχει ένδειξη για δυναμική βιοψία φρουρού λεμφαδένα. Αν η βιοψία είναι θετική, προχωράμε σε λεμφαδενικός καθαρισμό. Αν όχι, ο ασθενής τίθεται σε πρόγραμμα παρακολούθησης. Στην περίπτωση ψηλαφητών λεμφαδένων γίνεται βιοψία δια λεπτής βελόνας υπό την καθοδήγηση υπερήχων ή ανοικτή βιοψία. Αν η βιοψία είναι θετική, προχωράμε σε λεμφαδενικός καθαρισμό. Αν όχι, ο ασθενής τίθεται σε πρόγραμμα παρακολούθησης. Σε προχωρημένη μεταστατική νόσο, μπορεί να γίνει συνδυασμός χημειοθεραπείας, ακτινοθεραπείας και χειρουργείου.